Αρχική Σελίδα
Χάρτης Ιστοχώρου
Είσαστε εδώ: Αρχική Σελίδα » Οι Αρχές Μας | Γραφείο Τύπου | Πολυμέσα | Η Κίνηση | Ταυτότητα Δήμου | Σύνδεσμοι | Επικοινωνία | Χάρτης Ιστοχώρου
Ταυτότητα Δήμου

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΜΑΣ

Ο  Δήμος  Μαρκοπούλου εκτείνεται στη νοτιο-ανατολική Αττική και ειδικότερα στο κέντρο της κοιλάδας των Μεσογείων. Ως φυσικές διεξόδους προς την ανατολή, έχει τους κόλπους της Βραώνας και του Πόρτο-Ράφτη.
Όλες  οι περιοχές του Δήμου έχουν να προσθέσουν κάτι στη μακραίωνη ιστορία του, η οποία χάνεται στα μυθικά χρόνια, εφ’ όσον από τότε υπήρχαν  διάσπαρτοι οικισμοί στην όλη περιοχή. Έτσι, κάπου στο Πόρτο-Ράφτη, πιθανότατα στη περιοχή Νάτσο, είχε ταφεί ο αρχιθεωρός του Κέκροπα, ο Ερυσίχθονας, ο οποίος πέθανε γυρνώντας από τη νήσο Δήλο. Στη Μερέντα, άρχων ήταν ο Μυρρινούσιος βασιλιάς Κόλαινος, ο οποίος, σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν απόγονος του Ερμή, ενώ στη Βραώνα υπηρέτησε ως ιέρεια της θεάς Αρτέμιδος η Ιφιγένεια, όταν επέστρεψε από την Ταυρίδα.
Συνεχίζοντας την ιστορική ξενάγηση ας περιγράψουμε κατά περιοχή τα ιστορικά  δεδομένα, ξεκινώντας από το διοικητικό κέντρο του Δήμου μας.
Κοντά, λοιπόν, στη θέση της σημερινής πόλης του Μαρκόπουλου, υπήρξε ο αρχαίος Αττικός Δήμος των Αγνουσίων και μάλιστα μεταξύ της σημερινής πόλης και της θέσης Ντάγλα, ήταν η ακρόπολη του Δήμου, όπως διαπιστώνεται από πλήθος επιγραφών, επιτυμβίων και ψηφισμάτων που βρέθηκαν από ξένους αρχαιολόγους. Ο Δήμος Αγνουσίων ανήκε πρώτα στην Ακαμαντίδα φυλή, κατόπιν δε στην Ατταλίδα ή Αιολίδα φυλή. Από εδώ ξεκίνησε ο Αγνούσιος ήρωας Λεώς, κατά τον Πλούταρχο, και πρόδωσε τα σχέδια του Πάλλαντα στον Θησέα για την κατάληψη του άστεως των Αθηνών από τους Παλλαντίδες. Μετά το τέλος της εκτεταμένης κυριαρχίας των Αθηνών και κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, η περιοχή αποτελείται πλέον από μικρούς, γεωργικούς οικισμούς, ενώ στα Βυζαντινά χρόνια καταστρέφεται ότι έχει απομείνει από τα αρχαία μνημεία. Οι Βυζαντινοί, πριν πέσει ολόκληρη η αυτοκρατορία στους Τούρκους, χάνουν την περιοχή, η οποία καταλαμβάνεται πρώτα από τους Γάλλους και μετά από τους Καταλανούς, οι οποίοι άσκησαν την πιο στυγνή εξουσία που είχε γνωρίσει μέχρι τότε η Αττική.
Στα τέλη του 14ου αιώνα - αρχές του 15ου, την εξουσία παίρνουν οι Φλωρεντίνοι Ατζαγιόλι, οι οποίοι προκειμένου όπως αποκτήσουν, κυρίως, εργατικά χέρια για την καλλιέργεια της γης, προσκαλούν αλβανόφωνα φύλα από την Ήπειρο, που κατοικούσαν κοντά στο βουνό Τόμαρος, για να εγκατασταθούν στην απορφανισμένη - λόγω των πολέμων, διώξεων και εξανδραποδισμών - από πληθυσμό Αττική γη. Έτσι, γύρω στο 1420, εγκαθίσταται στο σημερινό Μαρκόπουλο η φάρα [σόι, οικογένεια] του Γιάννη Μαρκόπουλου, που δημιούργησε το ομώνυμο χωριό. Μάλιστα, τούρκικο έγγραφο του 1506 αποκαλύπτει
την ύπαρξη στο χωριό (23) οικογενειών που έχουν το ίδιο όνομα.
Υπάρχει βέβαια και η άποψη του Δ. Καμπούρογλου (ιστορικός, λογοτέχνης, λαογράφος) ότι η ονομασία του χωριού προήλθε από την εγκατάσταση σ’ αυτό, του περίφημου, σπουδαγμένου στη Βενετία, αγιογράφου Γεωργίου Μάρκου [1690-1750], ο οποίος εργάσθηκε στο ναό της Αγίας Παρασκευής.
Η περιοχή, καταλαμβάνεται στη συνέχεια από τους Τούρκους, ενώ στην Επανάσταση του 1821 παίρνουν μέρος πολλοί Μαρκοπουλιώτες.
Λίγο μετά τη σύσταση του Ελληνικού κράτους, το 1835, η κωμόπολη γίνεται Δήμος και μάλιστα όταν ιδρύεται ο Δήμος Αραφήνος πρωτεύουσά του ορίζεται το Μαρκόπουλο. Αργότερα, κατόπιν νέας δημοτικής αναδιάταξης, το Μαρκόπουλο εντάσσεται στον Δήμο Κρωπίας και το 1847 γίνεται πρωτεύουσά του.
Το 1914 το Μαρκόπουλο γίνεται κοινότητα, περικλείοντας και τις γύρω περιοχές του Πόρτο- Ράφτη, της Βραώνας κ.λ.π. και σιγά-σιγά εξελίσσεται σε σύγχρονη πόλη, έως το 1965 που ξαναγίνεται Δήμος.
Μεταξύ Μαρκοπούλου και Πόρτο-Ράφτη, εκεί που σήμερα είναι οι εγκαταστάσεις του Ιπποδρόμου, βρίσκεται η Μερέντα, παραφθορά της λέξης «Μυρρινούς», που σημαίνει ο τόπος με τις μυρτιές [μυρσίνη = μυρτιά].
Η περιοχή κατοικήθηκε, όπως προείπαμε, κατά την αρχαιότητα έως το τέλος της Ρωμαιοκρατίας και ιστορικοί όπως ο Φανόδημος, αναφέρουν ότι ο ήρωας Κόλαινος, άρχων του Δήμου Μυρρινούντος (πλούσιος αγροτικός δήμος των κλασικών χρόνων) είχε ανεγείρει εκεί ιερό της θεάς Αρτέμιδος, μετά από σχετικό χρησμό μαντείου. Σε αρχαιολογικές ανασκαφές του 1953 ήρθε στο φως η νεκρόπολη του. Το 1972, σε νεώτερες ανασκαφές,  βρέθηκαν δύο ακέραια σχεδόν αγάλματα, ενός κούρου και της κόρης Φρασίκλειας, που είναι έργο του γλύπτη Αρίστωνα, το 540 π.Χ. Και τα δύο ευρήματα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.
Όταν αποφασίστηκε να γίνει σ’ αυτή την τοποθεσία ο Ιππόδρομος, οι συστηματικές και εκτεταμένες ανασκαφές που έγιναν, αποκάλυψαν μεγάλο μέρος της πόλης της κλασικής περιόδου. Βρέθηκαν θεμέλια ναού που εικάζεται ότι ήταν της Αρτέμιδος, η οποία ήταν και προστάτις του δήμου και μικρός ναός, στον οποίο λατρευόταν ο Φάτριος Δίας, σύμφωνα με επιγραφή που βρέθηκε σ’ εκείνο το σημείο. Πιστεύεται δε ότι, κάτω από τη βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας, βρίσκεται και τρίτος ναός αφιερωμένος στην Αθηνά.  Επίσης, ήρθε στο φως προϊστορικός οικισμός με υπόγειους θαλάμους, που ήταν κατοικίες και χρονολογούνται γύρω στο 3500 π.Χ.  Αυτός ο οικισμός, παρ’ όλο που θεωρείται μοναδικός στην Ελλάδα, δεν διατηρήθηκε, καθώς εκεί είχε χωροθετηθεί για να κτιστούν οι σταύλοι του Ιπποδρόμου. Άλλο εύρημα ήταν ο ορατός, αλλά όχι καλά διατηρημένος, ναός της Αφροδίτης, δίπλα στον κύριο δρόμο που ένωνε τον αρχαίο Δήμο με το γειτονικό Δήμο των Πρασιών [το σημερινό Πόρτο-Ράφτη], δεδομένου ότι αυτά τα ιερά κτίζονταν κοντά σε λιμάνια ή σε δρόμους που οδηγούσαν σε αυτά, με σκοπό την ξεκούραση και την περιποίηση των ναυτικών, όταν επέστρεφαν από μακρινά ταξίδια.
Πολλά από τα πλούσια ευρήματα της περιοχής εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο της Βραώνας.
Η Βραώνα [Βραυρών] ήταν μία από τις (12) αρχαίες πόλεις της Αττικής και πρωτοκατοικήθηκε από τη νεολιθική εποχή. Την εποχή του Θησέα ήταν ένας από τους (20) Δήμους που ενώθηκαν και αποτέλεσαν το μετέπειτα Αθηναϊκό Κράτος. Από εκεί καταγόταν  ο στρατηγός (της νίκης επί των Περσών στο Μαραθώνα) Μιλτιάδης και ο τύρρανος Πεισίστρατος. Σήμερα, είναι γνωστός αρχαιολογικός χώρος, λόγω του ιερού της Βραυρωνίας Αρτέμιδος που λατρευόταν εκεί και χτίστηκε τον 6ο π.Χ. αιώνα.
Μετά τους πολέμους με τους Μακεδόνες, η περιοχή παρήκμασε και μάλλον εγκαταλείφθηκε τον 2οπ.Χ. αιώνα, πιθανόν μετά από πλημμύρες του Ερασίνου ποταμού. Τα σημαντικότερα ευρήματα που ήρθαν στο φως με τις ανασκαφές, είναι ο δωρικού ρυθμού ναός της θεάς, η στοά σε σχήμα Π, η ιερή πηγή, η γέφυρα πάνω από τον Ερασίνο ποταμό, η παλαίστρα, το γυμνάσιο κ.ά. Επίσης, τα θεμέλια ενός μικρού κτιρίου, που θεωρείται ο τάφος της Ιφιγένειας. Στο ναό της θεάς υπήρχε περίφημο άγαλμα, που είχαν μεταφέρει από την Ταυρίδα ο Ορέστης και η Ιφιγένεια και το οποίο πήρε και μετέφερε στα Σούσα της Περσίας, ο Ξέρξης. Το μουσείο της φιλοξενεί ευρήματα από το ναό καθώς και από τα μυκηναϊκά νεκροταφεία της Χαμολιάς και της Περατής.
Σήμερα, είναι ένας μικρός σύγχρονος παραθαλάσσιος οικισμός και ο υγρότοπος του αποτελεί σημαντικό καταφύγιο της άγριας ζωής της Αττικής.
Γι’ αυτό το λόγο, έχει ενταχθεί στις περιοχές NATURA2000, ως Τόπος Κοινοτικού Ενδιαφέροντος.
Η Χαμολιά, όπως και η Βραώνα, ήταν πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές, όπως δείχνουν και οι θαλαμοειδείς λαξευμένοι τάφοι της Υστεροελλαδικής περιόδου που βρέθηκαν εκεί. 
Νότια της Βραώνας βρίσκεται ο γραφικός κόλπος του Πόρτο-Ράφτη, που από τα αρχαία χρόνια προσφέρει άριστο αγκυροβόλιο, με δύσκολη όμως είσοδο λόγω των (3) νησιών που υπάρχουν σ΄αυτόν, το Ράφτη, τη Ραφτοπούλα και το Πράσο. Το όνομά του το πήρε από το τεράστιο άγαλμα που υπήρχε στην κορυφή του νησιού του Ράφτη και που λέγεται ότι αναπαριστούσε καθιστό ράφτη που μάλιστα, κατά μια εκδοχή, κρατούσε στο χέρι του ψαλίδι. Άλλη εκδοχή το συνδέει με ακόμη ένα άγαλμα που βρισκόταν στο άλλο νησάκι τη Ραφτοπούλα και αναπαριστούσαν αντίστοιχα, άνδρα και γυναίκα.
Η περιοχή, όπως και στην εισαγωγή αναφέρεται, κατοικείται τουλάχιστον από την εποχή της πρώϊμης χαλκοκρατίας [2600-1800 π.Χ.] και αντιστοιχεί στους αρχαίους Δήμους των Πρασιών και της Στειρίας που ανήκαν στη Πανδιονίδα φυλή. Τα λιμάνια τους υπήρξαν η είσοδος και η έξοδος των Αθηνών και της ευρύτερης Αττικής για το βορειοανατολικό Αιγαίο και τον Εύξεινο Πόντο, άρα ιδιαίτερης σημασίας για τη τροφοδοσία της, κυρίως, με σιτάρι. Σύμφωνα με το μύθο δε, οι προσφορές των Υπερβορείων [κάτοικοι της σημερινής Αγίας Πετρούπολης] προς τον Απόλλωνα, κατέληγαν στη Δήλο με τιμητική συνοδεία, μέσω των ελληνικών πόλεων του Εύξεινου Πόντου και του ιερού του Δηλίου Απόλλωνα στις Πρασιές, ενός σημαντικού μνημείου που ερευνάται, με σπουδαίο εύρημα το κεφάλι μαρμάρινου αγάλματος του θεού, των αρχών του 5ου π.Χ. αιώνα.
Από τις Πρασιές, εξ άλλου, έφευγαν όλες οι ιερές πομπές των Αθηναίων για τη Δήλο. Η νεκρόπολη δε των Πρασιών [1400-1100 π.Χ.]. βρισκόταν στη περιοχή του σημερινού Αγίου Σπυρίδωνα.
Ο αρχαίος Δήμος της Στειρίας αντιστοιχεί στα σημερινά Ντρίβλια. Μέχρι τους κλασικούς χρόνους και την οχύρωση του Πειραιά, ήταν το σημαντικότερο λιμάνι του Αθηναϊκού Κράτους, εφ’ όσον η Αττική ήταν στραμμένη ανατολικά λόγω των αποικιών της στη Μ. Ασία. Από εδώ ξεκινούσε η Στειριακή Οδός, που περνώντας μέσα από τους Δήμους της Μεσογαίας οδηγούσε στο «Άστυ», δηλ, την Αθήνα και μέσω αυτής μεταφέρονταν όλα τα αγαθά από τις Κυκλάδες και από αλλού. Από τη Στειρία καταγόταν ο Θρασύβουλος, που πρωτοστάτησε στην εκδίωξη των τριάκοντα τυρράνων από την Αθήνα, καθώς και ο Θηραμένης (πολιτικός και στρατηγός στο διάστημα 411 – 404 π.Χ). Στα σημερινά Ντρίβλια βρέθηκαν, επίσης, ερείπια συγκροτήματος λουτρών, οικιών, τάφων, φιλοσοφικής σχολής καθώς και λείψανα παλαιοχριστιανικού οικισμού. Τέλος, στη θέση της εκκλησίας της Αγίας Κυριακής, υπήρχε τρίκλητη παλαιοχριστιανική βασιλική.
Στηπεριοχή της Κορώνης βρέθηκαν νομίσματα των Πτολεμαίων καθώς και λείψανα οικιών και οχύρωσης, εφ’ όσον η περιοχή υπήρξε στρατιωτική τους βάση στο πρώτο μισό του 3ου π.Χ, αιώνα.
Στη περιοχή της Περατής έχει ανακαλυφθεί νεκροταφείο θαλαμωτών τάφων της τελευταίας Μυκηναϊκής περιόδου και τα ευρήματα μαρτυρούν επαφές με κέντρα του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου.
Στη Πούντα, επίσης, βρέθηκε μικρός οικισμός της 3ης χιλιετίας π.Χ.
Στη διάρκεια των αιώνων, ο τόπος ακολούθησε την τύχη της ευρύτερης περιοχής και περιηγητές του ύστερου Μεσαίωνα αλλά και στα μετέπειτα χρόνια, αναφέρονται στη περιοχή του Πόρτο-Ράφτη ως το εναλλακτικό λιμάνι του Πειραιά, από το οποίο διακινούνταν αγαθά μέσω της ίδιας οδού που συνέδεε στα αρχαία χρόνια τον τόπο με την Αθήνα. Αναφέρονται όμως και στην εκπληκτική ομορφιά της περιοχής, θεωρώντας την ίσως την ομορφότερη της Αττικής.
Στη νεώτερη εποχή και συγκεκριμένα στον 18ο αιώνα, το Πόρτο-Ράφτη γίνεται το επίνειο του Μαρκοπούλου, ενώ στις αρχές του 20ου αιώνα, είναι ένας μικρός οικισμός ψαράδων, κυρίως γύρω από το λιμάνι και με λίγα σπίτια διασκορπισμένα στην ευρύτερη περιοχή. Στο λιμάνι, έφθαναν αγροτικά προϊόντα από τις Κυκλάδες καθώς και τα σιγαρέτα για τους κατοίκους της Αθήνας, από τη Βιομηχανία Σιγαρέτων Καβάλας.
Ο συνεταιρισμός του Μαρκοπούλου «ΜΑΡΚΟ» το χρησιμοποιούσε, επίσης, για τη μετακίνηση και εξαγωγή του μούστου και του κρασιού, προς τη Βόρεια Ελλάδα και τη Μασσαλία.
Στα δύσκολα και σκοτεινά χρόνια της Γερμανοιταλικής Κατοχής, από το Αυλάκι διέφευγαν οι ΄Ελληνες πατριώτες, προκειμένου να καταφύγουν στη Μέση Ανατολή.  Καταφύγιο τους, μέχρι να επιβιβαστούν στα καΐκια ή στα αγγλικά υποβρύχια, ήταν η απόκρημνη σπηλιά με την ονομασία «η Σπηλιά της Συκιάς» ή «Σπέλα Φίκου», στην αριστερή πλευρά της πλαζ του Αυλακίου.
Βέβαια, δεν θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε στο γραφικό εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας, που βρίσκεται στη κορφή του πέταλου του κόλπου, περίπου από το 1700, το οποίο καταστρέφεται από θαλασσοταραχή ή κατ΄ άλλους από τους πειρατές και ξαναχτίζεται το 1750 στο λόφο του Σωτήρος.  Στη διάρκεια της Κατοχής στο σημείο χτίζεται πυροβολείο από τους Ιταλούς και το εκκλησάκι χτίζεται οριστικά στη σημερινή του θέση το 1950.
Σήμερα, το Πόρτο-Ράφτη είναι γνωστό θέρετρο, αλλά και τόπος πλέον μόνιμης κατοικίας, λόγω της μεγάλης οικιστικής ανάπτυξης που γνωρίζει όλη η ευρύτερη περιοχή, μετά τα μεγάλα έργα του 2004.
Αυτός λοιπόν είναι ο Δήμος μας, με την ιστορία του να χάνεται στο βάθος των αιώνων, αλλά και με τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει, όπως όλα εξ άλλου τα Μεσόγεια. Προβλήματα, όπως ένα ολοκληρωμένο σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης, σχέδιο πόλεως κ.λ.π., που αν επιλυθούν, θα μπορέσουν οι δημότες του να παραδώσουν στις επόμενες γενιές, μια σύγχρονη πόλη με σεβασμό στο φυσικό κάλλος, την ιστορία και τον αρχαίο και νεώτερο πολιτισμό της.

Ας μη χάνουμε λοιπόν την Ελπίδα μας και ας αγωνιστούμε με Δύναμη, για να γίνει πραγματικότητα.


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΜΑΙΡΗ ΠΑΝΤΟΥ-ΣΗΜΙΤΑΚΗ

*Το φωτογραφικό υλικό αποτελεί ευγενική παραχώρηση του κου Τρουλινού Γ. τον οποίο και ευχαριστούμε         
Το Μουσείο της Βραυρώνας
Ενθύμιον Μαρκοπούλου
Βυζαντινά Μνημεία στο Δήμο μας
Οι Ιεροί Ναοί του Δήμου μας